Navi

«Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Τα κανόνια του Αρχιμήδη

Ένας Ιταλός επιστήµονας υποστηρίζει ότι κατάφερε να λύσει το περίφημο µυστήριο του τρόπου µε τον οποίο ο Αρχιµήδης χρησιµοποίησε τις ακτίνες του ήλιου προκειµένου να καταστρέψει τον ρωµαϊκό στόλο κατά την πολιορκία των Συρακουσών.

Ο καθηγητής Μηχανολογίας Τσέζαρε Ρόσι του Πανεπιστηµίου Federico ΙΙ της Νάπολης υποστηρίζει ότι ο Αρχιµήδης δεν χρησιµοποίησε κάτοπτρα για να εκµεταλλευτεί τις «φονικές ακτίνες» του ήλιου ώστε να πυρπολήσει τα ρωµαϊκά πλοία τον 3ο π.Χ. αιώνα, όπως αναφέρει ο θρύλος, αλλά απώθησε τους εισβολείς χρησιµοποιώντας... κανόνια ατµού.

Σε µελέτη του µε τίτλο «Τα κανόνια του Αρχιµήδη εναντίον του ρωµαϊκού στόλου;» ο Ρόσι αναπτύσσει τη θεωρία του: ο Αρχιµήδης, ένας από τους σηµαντικότερους µαθηµατικούς, µηχανικούς και φυσικούς της αρχαίας Ελλάδας, αντί να στρέψει µέσω των κατόπτρων το φως του ήλιου στα κινούµενα πλοία, είναι πιθανό να χρησιµοποίησε καθρέφτες προκειµένου να ζεστάνει νερό που βρισκόταν σε ειδικές δεξαµενές. Το νερό έβραζε και ο παγιδευµένος ατµός προκαλούσε την έκρηξη του όπλου, στέλνοντας «οβίδες» στους Ρωµαίους – 1.500 χρόνια πριν γίνει γνωστή στην Ευρώπη η πυρίτιδα – και µάλιστα µε ταχύτητα άνω των 200 χλµ. ανά ώρα και βεληνεκές περίπου 150 µέτρα.

Ο Ρόσι πιστεύει ότι οι «οβίδες» ήταν πήλινες και περιείχαν «υγρό πυρ», µια µάζα από εύφλεκτα υλικά. Ετσι, η βολή προκαλούσε εκρήξεις και τελικά πυρπόληση των στόχων. Η πολιορκία των Συρακουσών έγινε το 214 π.Χ., όταν η πόλη ανήκε ακόµα στην Ελλάδα. Η πόλη καταλήφθηκε έπειτα από 2 χρόνια και ο Αρχιµήδης δολοφονήθηκε. Σύµφωνα µε την παράδοση, κατά την κατάληψη της πόλης, έπειτα από προδοσία, ένας ρωµαίος στρατιώτης σκότωσε τον έλληνα επιστήµονα ενώ αυτός ήταν απασχοληµένος µε κάποιο γεωµετρικό πρόβληµα. «Μη µου τους κύκλους τάραττε», πρόλαβε να του πει ο Αρχιµήδης.

Η αντιµετώπιση των Ρωµαίων µε κάτοπτρα αποτελεί στην πραγµατικότητα έναν θρύλο των µεσαιωνικών χρόνων. Από τις αρχαίες πηγές, ο φυσικός και φιλόσοφος Γαληνός αναφέρει µια συσκευή πυρπόλησης που χρησιµοποιήθηκε εναντίον του ρωµαϊκού στόλου, η λεπτοµέρεια όµως µε τα κάτοπτρα απουσιάζει, όπως και σε όλη την αρχαία γραµµατεία.

Αντίθετα, ο Πλούταρχος κάνει αναφορά σε µια µακρόστενη µηχανή που ανάγκασε τους Ρωµαίους να εγκαταλείψουν την πολιορκία των Συρακουσών, ενώ άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ένα κανόνι ατµού. Πολλούς αιώνες αργότερα, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι σχεδίασε ένα παρόµοιο κανόνι χαρακτηρίζοντάς το ως επινόηση του µεγάλου αρχαίου µαθηµατικού. Ετσι, είναι πολύ πιθανό τα κάτοπτρα του θρύλου να ήταν στην πραγµατικότητα κανόνια ατµού.

 Αναδημοσίευση του άρθρου από τα Νέα της 19/07/2010
Διαβάστε περισσότερα ...

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Τα Ιουλιανά του 1965

Στις στις 8 Ιουλίου 1965 ξεκινά η ρήξη του πρωθυπουργού Γεώργιου Παπανδρέου με τα ανάκτορα.Τα Ιουλιανά και η «αποστασία» του 1965 ήταν κορυφαίες στιγμές στην ιστορία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα.

Κορυφαίες τόσο ως προς την ένταση που απέκτησε ο κοινωνικός αγώνας, όσο και ως προς τις ιστορικές δυνατότητες που διάνοιξε, τέτοιες που επέβαλαν στο αστικό καθεστώς να τις ακυρώσει μέσω της επιβολής μιας ειδεχθούς δικτατορίας.

Γιατί ήταν η κορωνίδα μιας διαδικασίας «ηγεμονίας» στην πολιτική ζωή της χώρας που έφερε την Αριστερά, και μάλιστα με τη μορφή της άμεσης παρέμβασης των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο, θέτοντας ζητήματα μετασχηματισμού του συνόλου του αστικού πολιτικού μηχανισμού με άξονα την ανακίνηση του πολιτειακού αλλά και του εκδημοκρατισμού και της εκκαθάρισης των κρατικών μηχανισμών.

Πράγματι, τα «Ιουλιανά» ως τεράστια κίνηση μαζών επιστέγασε μια διαδικασία προώθησης των εργατικών θέσεων που είχε συντελεστεί από τα 1954 όταν η Αριστερά, 5 μόλις χρόνια μετά την καταστροφή που επέφερε ο εμφύλιος, αποσπούσε, στις δημοτικές εκλογές, στις 21 και 28 Νοεμβρίου, τους μεγαλύτερους δήμους της χώρας (εκτός από τους τρεις μεγαλύτερες δήμους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά, απέσπασε και τους πέντε στους οκτώ με πληθυσμό πάνω από 40.000 όπως τον Βόλο, τη Λάρισα, την Καβάλα, τη Νίκαια, το Κερατσίνι κλπ καθώς και τους περισσότερους της περιφέρειας πρωτευούσης) όταν στα 1956 διεμβόλιζε με την παρουσία της την πολιτική σκηνή και εξασφάλιζε σημαντική παρουσία στο εκλογικό μέτωπο κατά της ΕΡΕ με τη συμμετοχή της στη Δημοκρατική Ένωση, όταν αναδεικνυόταν σε αξιωματική αντιπολίτευση στα 1958, όταν έστρεφε το «Κέντρο» αριστερά στον «ανένδοτο» και τις εκλογές του 1963-64, όταν εξωθούσε στην εκλογική του τιμωρία στις δημοτικές του 1964, επειδή ως κρατικός πλέον διαχειριστής δεν ανταποκρίθηκε στις κοινωνικές απαιτήσεις. Αυτή ακριβώς η πορεία ήταν εκείνη που έβγαλε τις μάζες στα πεζοδρόμια στα 1965, που έθεσε τα θέματα εξουσίας σε κινηματική βάση.

Αλλά και η «αποστασία» στα 1965 ήταν το αντίπαλο δέος, το επιστέγασμα μιας διαδικασίας που αφορούσε στην προώθηση των αστικών στρατηγικών σε κομβικά επίπεδα της ταξικής πάλης με τη μορφή του είδους του κράτους, των θεσμών και της μορφής της πολιτικής σκηνής που θα διαμορφώνονταν στην Ελλάδα εκείνης της περιόδου. Ήταν η απόπειρα συσπείρωσης των αστικών πολιτικών δυνάμεων, ήταν το προοίμιο ενός καθεστώτος που θα πλαισίωνε τα συμφέροντα του αστικού κόσμου, ένα αποφασιστικό βήμα στην επιβολή ενός κράτους έκτακτης ανάγκης που έπαιρνε ειδικά μέτρα εναντίον του λαϊκού κινήματος.

Γιατί τα πλήγματα καταστολής που επέφεραν στο κίνημα αυτό οι παρακρατικοί μηχανισμοί της περιόδου 1958-1963,το σχέδιο «Περικλής» και η παραγωγή μιας «μνήμης» στους ανθρώπους,οι εκλογές «βίας και νοθείας» του 1961,η επιστράτευση του Κέντρου ως αντίπαλου δέους της Αριστεράς με στόχο, πρωτοφανή στα παγκόσμια χρονικά, να περιορίσει κατά από 20% στις επόμενες εκλογές την Αριστερά, δεν αποδείχθηκαν αρκετά για να προστατέψουν το αστικό πολιτικό σύστημα και απαιτήθηκε μια ευρύτατη πολιτική σύγκλιση γύρω από τα συμφέροντα του θρόνου.

Αντίθετα, η Αριστερά άρχιζε να εμφανίζει για το σύστημα πολύ επικίνδυνα χαρακτηριστικά. Με άξονα την όξυνση του Κυπριακού ανασυγκροτούσε ραγδαία τα αντιιμπεριαλιστικά της μέτωπα, εκδηλώνοντας έναν έντονο αντιαμερικανισμό, πολλαπλασίαζε σε πυκνότητα τις απεργιακές κινητοποιήσεις που διοργάνωνε, ιδίως από τα 1962 και μετά, ενώ οι αγώνες για την εκπαίδευση και τον εκδημοκρατισμό διεύρυναν τα κοινωνικά υποκείμενα που μετείχαν στην κοινωνική αντιπαράθεση, με υπομόχλιο τη διαμόρφωση ενός φοιτητικού κινήματος, όπως μορφοποιήθηκε μετά το Β΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο του καλοκαιριού του 1959 και τη δημιουργία ενός ισχυρότατου κινήματος νεολαίας (1-1-4, κινήσεις για αφοπλισμό, πορείες ειρήνης, Λαμπράκηδες κλπ).

Έναντι αυτών ακριβώς των πιέσεων του εργατικού κινήματος βρέθηκε στα Ιουλιανά αντιμέτωπος ο αστικός πολιτικός κόσμος. Ειδικά όταν οι δημοτικές εκλογές του 1964 έδειξαν ότι το εγχείρημα της Ένωσης Κέντρου ξεθώριασε όσο γρήγορα απέσπασε την αρχική εύνοια των μαζών και η ΕΔΑ κυριάρχησε σε όλους σχεδόν τους δήμους της χώρας,ενώ το κράτος αγωνιζόταν ασθμαίνοντας και καταργώντας όλα τα προσχήματα αστικής νομιμότητας να ενισχύσει τις τυπικές κατασταλτικές προφυλακές του ώστε να αντιμετωπίσει μια πιθανή έφοδο των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο, με τη Χωροφυλακή να τρομοκρατεί ανοικτά τους πολίτες,το «σχέδιο Περικλής» και τον στρατό να εκδίδουν χιλιάδες φυλλάδια και βιβλία «εθνικού περιεχομένου», η δράση της CIA να γίνεται ανεξέλεγκτη, τις οργανώσεις τύπου ΕΚΟΦ να λυντσάρουν αριστερούς φοιτητές, αλλά και τους παρακρατικούς να διαπράττουν δολοφονίες εν μέση οδώ όπως του Λαμπράκη.

Ήδη φαινόταν ότι ο Γ. Παπανδρέου αδυνατούσε να ελέγξει τα κινηματικά χαρακτηριστικά που είχε προσλάβει ο «Ανένδοτος» και είχε διεμβολιστεί από το εργατικό κίνημα και τις πρακτικές του, να διαχειριστεί τη νίκη του στις εκλογές του 1964 έναντι των κοινωνικών απαιτήσεων, ενώ η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των μαζών, παρά την άνοδο όλων των άλλων οικονομικών δεικτών λόγω της ευνοϊκής διεθνούς συγκυρίας, ακύρωνε τα σχέδια πολιτικής συναίνεσης και δημιουργούσε όρους κοινωνικής πόλωσης, της οποίας η εκτίναξη της μετανάστευσης (σε αριθμούς μεταναστών μόνο στα 1965 έφτασαν τις 117.000 ) αποτελούσε μια πολύ ενδεικτική πλευρά.

Για το αστικό καθεστώς ο κίνδυνος μιας κοινωνικής έκρηξης γινόταν όλο και πιο πιθανός, όπως φάνηκε και από τις σπασμωδικές προσπάθειες του Καραμανλή τα δύο προηγούμενα χρόνια να αποσοβήσει τις αντιδράσεις, ενισχύοντας τον έμμεσο μισθό και το κράτος πρόνοιας χωρίς, όμως, πραγματική κοινωνική αναδιανομή,προσφεύγοντας σε μια άναρχη διευκόλυνση εισαγωγής ξένου κεφαλαίου,ιδίως γερμανικού, στην Ελλάδα,και μάλιστα, χωρίς, ασφαλιστικές δικλείδες προστασίας της εγχώριας παραγωγής.

Έτσι, σύντομα αντιμετώπισε τη διόγκωση του δημόσιου ελλείμματος και σε συνδυασμό με την κρίση των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων και την καθήλωση του ναυτιλιακού συναλλάγματος δημιούργησε ένα εκτεταμένο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η βελτίωση ορισμένων οικονομικών δεικτών δεν σήμανε και τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των εργαζομένων,ενώ η πρακτική παραγωγής εντυπώσεων με υπερκοστολογημένα «εντυπωσιακά» έργα, χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα, δεν ανέκοψαν την κοινωνική δυσαρέσκεια και δεν διέσωσαν και την κυβέρνησή του.Από την άποψη αυτή τα Ιουλιανά και η «αποστασία» ήταν το τελευταίο χαρτί που έπαιζε το καθεστώς για να οχυρωθεί πίσω από ένα αυταρχικότερο κράτος, που θα έχαιρε όμως κάποιας στοιχειώδους δημοκρατικής νομιμότητας, αφού μια ανοικτή δικτατορία θα ακύρωνε τα σχέδια τμήματος της αστικής τάξης να δημιουργήσει όρους φυσιολογικής συσσώρευσης κεφαλαίου που δεν θα επέτρεπε και τις οικονομικές λαθροχειρίες που τα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης πάντα γεννούσαν, «τραυματίζοντας» τα μακροπρόθεσμα αστικά συμφέροντα προς όφελος της «πελατείας» του εκάστοτε δικτάτορα.

Όμως, όλο και περισσότερο τα πράγματα έδειχναν ότι μια τέτοια λύση θα ήταν η μόνη εφικτή για το σύστημα. Γιατί το παιχνίδι σε σχέση με την πατριδοκαπηλία είχε χαθεί για το αστικό καθεστώς, γιατί η εκρηκτική κατάσταση στην Κύπρο, ιδίως μετά το υπόμνημα το Μακαρίου για αλλαγές στο Σύνταγμα του νησιού και την απόρριψη των Τούρκων με τη συνοδεία απειλών για επέμβαση, στις 30 Νοεμβρίου 1963, έδινε πλέον την ιδεολογική ηγεμονία στον αντι-αποικιακό λόγο της Αριστεράς.

Οι τεράστιες διαδηλώσεις στην Αθήνα, η καταδίκη των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, το συλλογικό μένος κατά του ΝΑΤΟ που πίεζε για εγκατάσταση νατοϊκής δύναμης στην Κύπρο και προωθούσε ζήτημα διχοτόμησης του νησιού, τα αιματηρά επεισόδια στον Πενταδάκτυλο, η αποστολή μυστικά μιας ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο, ο φόβος για πραξικόπημα και την ανακήρυξη χωριστού τουρκοκυπριακού κράτους στο νησί (Ιούλιος 1964),οι απελάσεις Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη, το Σχέδιο Άτσενσον, τον Αύγουστο του 1964, οι διαφωνίες Μακάριου-Παπανδρέου για την ακολουθητέα πολιτική στο Κυπριακό,ήταν ο καμβάς πάνω στον οποίο εξυφάνθηκε πλέον η παρέμβαση των μαζών στο ελληνικό πολιτικό προσκήνιο με όρους προνομιακούς ακόμα και στο «εθνικό» πεδίο.

Αντίθετα, ο αστικός εθνικισμός φαινόταν να έχει τεθεί πλήρως στο περιθώριο.Αυτές τις δύσκολες συνθήκες για το αστικό καθεστώς προσπάθησε να αντιμετωπίσει η «Αποστασία». Με τη συνδρομή της CIA και των Αμερικανών εκδηλώνεται η πρόθεση να ανατραπεί η κυβέρνηση Παπανδρέου και να αυταρχικοποιηθεί το κράτος.

Οι Αμερικανοί ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι επειδή η κυβέρνηση Παπανδρέου απομάκρυνε από την ΚΥΠ τους φανατικούς οπαδούς της αμερικανοκρατίας, ενθάρρυνε την κυπριακή κυβέρνηση να αγοράσει όπλα από την ΕΣΣΔ, υποχρέωσε τη CIA τα χρήματα που μέχρι τότε έστελνε απευθείας στην ΚΥΠ να τα παραδίδει στο υπουργείο Προεδρίας και απαγόρευσε στην τελευταία να δίνει πληροφορίες στο State Department.Επιπλέον, οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι ο Παπανδρέου υπονόμευε την πολιτική τους στο Κυπριακό, ενώ και οι αμερικανικές εταιρίες πετρελαίου διαμαρτύρονταν για έλεγχο των κερδών τους στην Ελλάδα που απειλούσε να επιβάλει το ελληνικό υπουργείο των Οικονομικών.Έτσι, ξεκίνησε η υλοποίηση του σχεδίου της εκ των ένδον αποψίλωσης της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Η ίδια η αδυναμία του Παπανδρέου να επιβάλει στην Ένωση Κέντρου τη δεξιά της τάσης έναντι στους αριστερίζοντες (στις 20 Μαρτίου 1964 διεγράφη ο Η. Τσιριμώκος και ο Σ. Παπαπολίτης, ενώ στις εκλογές στη βουλή για την ανάδειξη προέδρου δεν ψήφισαν το Νόβα 30 βουλευτές και έγραψαν «Δημοκρατία» στα ψηφοδέλτια),επέβαλε στους Αμερικανούς να επισπεύσουν τις διαδικασίες.

Η αποτυχία τους να επιβάλουν στον Παπανδρέου συνάντηση με τον τούρκο πρωθυπουργό Ινονού, κατά την επίσκεψη του τον Ιούνιο του 1964 στην Ουάσιγκτον, θεωρήθηκε μια επιπλέον νίκη της αριστεράς της Ε.Κ, παρότι κατόρθωσαν τελικά να επιβάλουν την παραίτηση του Α. Παπανδρέου από την κυβέρνηση, στις 16 Νοεμβρίου 1964 ( μετά από επιθέσεις της εφημερίδας «Ελευθερίας» και του Κ. Μητσοτάκη).Οι προβοκάτσιες στο Γοργοπόταμο, στις 29 Νοεμβρίου 1964 με τους 13 νεκρούς και το σαμποτάζ στον Έβρο ήταν μια δοκιμή για το παρακράτος που ανελάμβανε και αυτό κεντρικό ρόλο στις εξελίξεις.Η δεύτερη φάση της διάλυσης του πολιτικού σκηνικού που είχε απορρεύσει μετά τις εκλογές του 1963 έθεσε την «αποστασία» ως τον κυρίαρχο μηχανισμό των επιδιώξεών της.

Είχε ως αφετηρία της, στις 8 Ιουλίου 1965, την επιστολή που έλαβε ο Παπανδρέου από τον βασιλιά που του απαγόρευσε να αντικαταστήσει τον Γαρουφαλιά ως υπουργό Εθνικής Άμυνας και έμμεσα τον κατηγόρησε ότι είχε αναμιχθεί στη συνομωσία του ΑΣΠΙΔΑ.Ήταν η κατάληξη ενός αντιπερισπασμού στις απόπειρες που έγιναν από την κυβέρνηση Παπανδρέου να ελέγξει τον κρατικό μηχανισμό που βυσσοδομούσε με το σχέδιο «Περικλής».

Όπως κατάγγειλε στη βουλή ο Η. Ηλιού το σχέδιο είχε ενεργοποιηθεί εκ νέου στα 1965, όπως φάνηκε με τη δολιοφθορά στον Έβρο του Παπαδόπουλου και την ανακάλυψη "κομουνιστικής δολιοφθοράς και διείσδυσης εις τας Ενόπλους Δυνάμεις".Ακριβώς για να δημιουργηθεί σύγχυση επινοήθηκε και η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, ιδίως από τη στιγμή που επανήλθε στην κυβέρνηση, στις 25 Απριλίου 1965, ο Α. Παπανδρέου.

Η εφημερίδα «Ημερήσιος Κήρυξ» της Λάρισας, του πρώην προέδρου της Βουλής Κ. Ροδόπουλου, κατήγγειλε ότι αξιωματικοί στην Κύπρο και Ελλάδα δημιούργησαν μια οργάνωση, τον ΑΣΠΙΔΑ, για να ανατρέψουν το αστικό καθεστώς, η «Ελευθερία» έσπευσε να εμπλέξει και τον Α. Παπανδρέου, ο Π. Γαρουφαλιάς, υπουργός Αμύνης της κυβέρνησης, κάλυψε τη μεθόδευση των «αποκαλύψεων» και διατάχθηκαν συλλήψεις και ανακρίσεις, παρότι το επίσημο πόρισμα του προέδρου του Αναθεωρητικού Στρατοδικείου αναφέρθηκε απλά σε «μωροφιλόδοξους» αξιωματικούς.Τότε ήταν που με το πρόσχημα την προστασία του πολιτεύματος Αμερικανοί και παλάτι στράφηκαν στους δεξιούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου, ώστε 80 από αυτούς να εγκαταλείψουν την κυβέρνηση και να την ανατρέψουν. Επιστρατεύτηκαν και σειρά «κινήτρων» προς τους αποστάτες, όπως μεγάλα χρηματικά ποσά και υπουργικοί θώκοι.

Στις 10 Ιουλίου 1965 στην Κέρκυρα ο βασιλιάς προώθησε ως αντικαταστάτη του Παπανδρέου τον πρόεδρο της Βουλής Γ. Νόβα και με δύο καινούργιες ιταμές επιστολές υποχρέωσε τον Παπανδρέου σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 45 λεπτά μετά προσκλήθηκε ο Νόβας και σχημάτισε κυβέρνηση,πλαισιωμένος από τους Μητσοτάκη, Παπασπύρου, Αλλαμανή, Μπακατσέλο, Πιτούλη, Τούμπα, Κωστόπουλο, Διαμαντόπουλο και άλλους.Ήταν ο ίδιος ο Νόβας που δεν έκρυψε στις προγραμματικές του δηλώσεις ότι από καιρό μεθοδευόταν η ανατροπή, αφού είχε προβεί σε «αλλεπάλληλες άκαρπες εκκλήσεις στον Παπανδρέου» να διορθώσει την πολιτική του.

Μόλις ο Παπανδρέου παραιτήθηκε το παλάτι πήρε αμέσως τον έλεγχο της ΚΥΠ και μάλιστα με εισβολή στα γραφεία της στην οδό Μπουμπουλίνας και την εγκατάσταση νέας ηγεσίας (Παπαγεωργόπουλος, Ζαχαράκης, Φρατζέσκαρος). Ταυτόχρονα χιλιάδες αστυνομικοί προετοιμάστηκαν να αποκρούσουν τις δημόσιες αντιδράσεις, ενώ διατάχθηκαν και εκτεταμένες μετακινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων.

Όμως οι αντιδράσεις ήταν πολύ πιο δυναμικές και εκτεταμένες από ό,τι περίμεναν οι εμπνευστές των σχεδίων αυτών. Πάνω από 400 διαδηλώσεις προκλήθηκαν σε όλη τη χώρα την περίοδο των βασιλικών μεθοδεύσεων, μερικές από τις οποίες με απίστευτα επίπεδα μαζικής συμμετοχής.Στις 16 Ιουλίου οι διαδηλώσεις στην Αθήνα συνοδεύτηκαν με πυροβολισμούς στον αέρα και ακολούθησαν συγκεντρώσεις έξω από το σπίτι του Παπανδρέου στο Καστρί, μεγάλη συγκέντρωση στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στις 17 του ίδιου μήνα, ενώ στις 19 Ιουλίου, κατά τη διάρκεια της καθόδου του Παπανδρέου από το Καστρί στα γραφεία της Ε.Κ στην οδό Κολοκοτρώνη, πλήθη στα πεζοδρόμια από την Κηφισιά, το Μαρούσι, το Χαλάνδρι, τους Αμπελόκηπους, την Πατησίων και την Σταδίου τον επευφημούσαν, σηκώνοντας ακόμα και το αυτοκίνητο του στα χέρια.Εξαιτίας του κλίματος αυτού, στις 20 Ιουλίου 1965, μόλις επιχείρησε η κυβέρνηση Νόβα, να εμφανιστεί στη βουλή, καταψηφίστηκε.

Την επόμενη μέρα στις 21 Ιουλίου ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας μετατρέπεται σε πεδίο μάχης και δολοφονείται ο Σωτ. Πέτρουλας.Η κηδεία του στις 23 Ιουλίου συγκεντρώνει ακόμα μεγαλύτερα πλήθη.

Στις 27 Ιουλίου οργανώνεται και γενική απεργία. Ακόμα πιο σοβαρά επεισόδια γίνονται στις 20 Αυγούστου την ημέρα που ορκίστηκε ο άλλος αποστάτης που εξασφάλισε το παλάτι ο Η. Τσιριμώκος. Στήνονται οδοφράγματα, πυρπολούνται αυτοκίνητα, φωτιές ανάβουν στους δρόμους. Δεκάδες ήταν οι τραυματίες. Ακόμα και η ΕΔΑ τρομοκρατημένη αποκηρύσσει τα επεισόδια.Στις 25 Αυγούστου χιλιάδες συγκεντρώνονται έξω από τη βουλή που οχυρώνεται με συρματόσκοινα σε τριπλές σειρές.

Όμως και ο Τσιριμώκος αποτυγχάνει στις 28 Αυγούστου να εξασφαλίσει τη συναίνεση της βουλής και καταψηφίζεται με μεγάλη πλειοψηφία.Τελικά στις 31 Αυγούστου, ως τελευταία λύση, ανακοινώνεται ότι θα συγκληθεί το συμβούλιο Στέμματος και ο φοβισμένος από την έκταση της λαϊκής παρέμβασης Παπανδρέου, στις 4 Σεπτεμβρίου, δέχεται να σχηματιστεί κυβέρνηση της ΕΡΕ αρχικά από τον Κανελλόπουλο και τελικά από τον Στ. Στεφανόπουλο (18 Σεπτεμβρίου 1965).Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα συγκροτήματα του κεντρώου Τύπου, ιδίως οι εφημερίδες του Λαμπράκη, εν τω μέσω κατηγοριών για χρηματισμούς βουλευτών με χιλιάδες δολάρια και εκατομμύρια δραχμές, δώρα ολόκληρα διαμερίσματα, παροχή τυπογραφικών εγκαταστάσεων, διαγραφή χρεών προς το κράτος κλπ.

Μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Στεφανόπουλου το κράτος επιχείρησε ένα περιορισμένο συμβιβασμό με τις δυνάμεις που το αμφισβητούσαν. Υποβλήθηκαν αναπτυξιακές προτάσεις, προωθήθηκαν σχέδια κατευνασμού, αναθεωρήθηκε η κυβερνητική πολιτική για το Κυπριακό, προωθήθηκε η εκδίκαση των υποθέσεων ΑΣΠΙΔΑ και η δίκη για τη δολοφονία Λαμπράκη. Ωστόσο το αίτημα για εκλογές, οι καταγγελίες για τις βασιλικές ευθύνες για το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που επιχειρήθηκε διαδέχονται η μια την άλλη και δεν κόπαζαν.Το παλάτι είχε υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά. Ήρθε η σειρά της χούντας των Συνταγματαρχών.

Η αποστασία του 1965 επιτάχυνε αντί να αποτρέψει την εισβολή των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο. Ειδικά από τον Σεπτέμβριο του 1964 όπου συγχωνεύονται η νεολαία της ΕΔΑ με τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη μαζικοποιείται και η νεανική διαμαρτυρία, αν και δεν θέτει μια αντίστοιχα αιχμηρή στοχοθεσία. Γιατί είναι η ίδια περίοδος που εμφανίζονται στους κόλπους της επίσημης Αριστεράς η ηττοπάθεια και λεγκαλισμός, εξαιτίας του φόβου για ένα ενδεχόμενο πραξικόπημα και αυτή αρκείται να αρθρώνει την επιχειρηματολογία της στην κατεύθυνση της θεσμικής διασφάλισης της «δημοκρατίας».

Δεν είναι τυχαίο ότι διατυπώνει τις κεντρικές πολιτικές της προτάσεις 5 μήνες μετά τα συγκλονιστικά γεγονότα του Ιουλίου του 1965, τον Ιανουαρίου του 1966, με τα «πέντε σημεία της δημοκρατικής διεξόδου», όπου ζητά συνεργασία του πολιτικού κόσμου για να αποκηρυχθούν οι όποιες δικτατορικές τάσεις, αλλά και για να συμπεριλάβει στο μέτωπο αυτό και τους μοναρχικούς αρνείται να θέσει πολιτειακό.

Μιχάλης Λυμπεράτος - Barikat 

Διαβάστε περισσότερα ...

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Ιαπωνία: Αυτοοδηγούμενα φορτηγά-πλοία έως το 2025

Αυτοοδηγούμενα φορτηγά πλοία και πλοία με δυνατότητα τηλεχειρισμού από τη στεριά, σχεδιάζουν κατασκευάστριες εταιρείες από την Ιαπωνία σε συνεργασία με μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες, που επενδύουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια προς την κατεύθυνση αυτή.

Ανάμεσα στους κολοσσούς του χώρου, η Mitsui OSK Lines και η Nippon Yusen που συνεργάζονται με την Japan Maritime United για το «αύριο» της ναυτιλίας.

Με τη βοήθεια εξελιγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, οι Ιάπωνες, φιλοδοξούν να ναυπηγήσουν πλωτά φορτηγά που θα προβλέπουν και θα αποφεύγουν ατυχήματα αλλά και τυχόν μελλοντικά τεχνικά προβλήματα.

Τα έξυπνα φορτηγά πλοία θα αναλαμβάνουν πρακτικά την αυτο-πλοήγηση τους, ακολουθώντας τη βέλτιστη δυνατή διαδρομή τόσο από πλευράς ασφάλειας, όσο και από πλευράς κατανάλωσης καυσίμων, κάνοντας την μέγιστη δυνατή οικονομία.

Τα πρώτα τηλεχειριζόμενα φορτηγά πλοία, αναμένεται να πέσουν στο θαλασσινό νερό το αργότερο ως το 2025. Σε αυτά τον έλεγχο θα τον έχει ένα ολιγάριθμο πλήρωμα που θα φροντίζει και θα επιβλέπει τα πάντα από την ξηρά.

Εκτός από τους Ιάπωνες, τηλεχειριζόμενα πλοία σχεδιάζει και το αντίστοιχο τμήμα της Rolls Royce, που υπόσχεται ότι τα πρώτα μη επανδρωμένα πλοία, θα διασχίζουν τα κύματα ίσως και πριν το τέλος της δεκαετίας.



Διαβάστε περισσότερα ...

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Πως η σβάστικα κατέληξε σύμβολο των ναζί

Το αρχαίο σταυροειδές σύμβολο, η σβάστικα, που ο Σλήμαν ανακάλυψε στην Τροία, ήταν διαδεδομένη στον Ινδοευρωπαϊκό χώρο ήδη από την αρχαιότητα.

Το πέρασμα του χρόνου ωστόσο, δεν κατάφερε να την απαλλάξει από την αρνητική -εφιαλτική, επί της ουσίας- νοηματοδότηση που του έδωσαν οι ναζί. Πώς όμως, οικειοποιήθηκαν το σύμβολο; Η ιστορία αρχίζει πολύ πριν από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όταν ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν (1822 - 1890) ταξίδεψε στην Ιθάκη το 1868, στη σκέψη του κυριαρχούσε μία και μόνη σκέψη: Η ανακάλυψη της Τροίας. Ο Σλήμαν ήταν πεπεισμένος ότι η ομηρική «Ιλιάδα» δεν είναι παρά ένας χάρτης που θα του αποκάλυπτε τη θέση αρχαίων πόλεων.

Κάπως έτσι άρχισε τις ανασκαφές για το παλάτι του Οδυσσέα. Στην Ιθάκη έφερε στην επιφάνεια περί τις 20 τεφροδόχους, ένα θυσιαστικό εγχειρίδιο, ένα πήλινο ειδώλιο αρχαίας θεάς και άλλα μικρότερης σημασίας ευρήματα, αλλά όχι το ανάκτορο του Οδυσσέα. Και πάντα προς αναζήτηση της Τροίας, έφυγε για την Τουρκία.

Τα επόμενα χρόνια, ο Γερμανός επιχειρηματίας, ο οποίος έκανε την περιουσία του εμπορευόμενος πρώτες ύλες για την παραγωγή πυρομαχικών, «συμβουλευόταν» τον Όμηρο για τα πάντα, από τα τοπικά έθιμα μέχρι τη θεραπεία ασθενειών.

Συνεχίζοντας τις ανασκαφές που είχε ξεκινήσει ο Βρετανός αρχαιολόγος Frank Calvert στον λόφο Χισαρλίκ στη σημερινή βορειοδυτική Τουρκία, ο 49χρονος τότε Σλήμαν βρήκε μεταξύ άλλων, αυτό που νόμιζε ότι ήταν ο «Θησαυρός του Πριάμου», τον οποίο έστειλε αμέσως στη Γερμανία. Στην πραγματικότητα τα ευρήματα ήταν προγενέστερα του πολιτισμού της Τροίας κατά 1250 χρόνια.

Όμως, κατά τις ανασκαφές ο Σλήμαν βρήκε και κάτι άλλο: Τη σβάστικα. Το σύμβολο που έμελε να διαμορφώσει τη νεότερη παγκόσμια ιστορία. Για την ακρίβεια, βρήκε τουλάχιστον 1.800 παραλλαγές του ίδιου συμβόλου.

Το αρχαίο σταυροειδές σύμβολο που ο Σλήμαν ανακάλυψε στην Τροία, ήταν διαδεδομένο στον Ινδοευρωπαϊκό χώρο ήδη από την αρχαιότητα.

Όπως γράφει το smithsonianmag.com, καθώς τα κατορθώματα του γίνονταν διάσημα, οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις αποκτούσαν και μια άλλη, επιπλέον διάσταση: Έγιναν αφήγημα εθνικής ταυτότητας, που σταδιακά συνδέθηκε με το κύμα εθνικισμού που κατακυρίευσε τη Γερμανία.

«Τα ευρήματα που αποκάλυψε ο Σλήμαν στην Τροία αποκτούν για εμάς διπλό ενδιαφέρον», έγραφε ο Βρετανός γλωσσολόγος Archibald Sayce το 1896. «Μας πηγαίνουν πίσω στη φυλή των Αρίων, στο τέλος της Εποχής του Λίθου».

Αρχικά, ο όρος «Aryan» χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να οριοθετήσει την ινδοευρωπαϊκή γλωσσική ομάδα, όχι ως φυλετική ταξινόμηση.

Οι μελετητές της γλωσσολογίας που έκανε τότε τα πρώτα της βήματα, παρατήρησαν ομοιότητες μεταξύ της γερμανικής, της ρωμαϊκής και των σανσκριτικών.

Το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ευγονική και τη «φυλετική υγιεινή» ωστόσο, οδήγησε στη διαστροφή του λόγου, άρα και του όρου «Aryan», ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από ένα σημείο και μετά για να περιγράψει τη διαδρομή μιας υποτίθεται αρχαίας, κυρίαρχης, καθαρής φυλετικά ταυτότητας απευθείας μέχρι τη σύγχρονη Γερμανία.

Όπως έγραφε η Washington Post σε ένα δημοσίευμα για την άνοδο του ναζισμού αρκετά χρόνια πριν από την έναρξη του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, «[Aryanism]… επρόκειτο για μια διαμάχη μελετητών πάνω στην ύπαρξη μιας αγνής και αμόλυντης Αρίας φυλής σε κάποιο στάδιο της ιστορίας».

Τον 19ο αιώνα ο Γάλλος αριστοκράτης Arthur de Gobineau -και άλλοι- συνέδεσαν τους μυθικούς Άριους με τους Γερμανούς, οι οποίοι ήταν οι ανώτεροι απόγονοι των πρώιμων ανθρώπων, προορισμένοι τώρα να οδηγήσουν τον κόσμο στην πρόοδο μέσω της κατάκτησης των γειτόνων τους.

Ξαφνικά, τα αρχαιολογικά ευρήματα του Σλήμαν στην Τουρκία, απέκτησαν ένα βαθύτερο, ιδεολογικό περιεχόμενο.Για τους εθνικιστές, το «καθαρό σύμβολο των Αρίων» που αποκαλύφθηκε από τον Σλήμαν δεν ήταν πια ένα αρχαιολογικό μυστήριο, αλλά ένα τεκμήριο της ανωτερότητας τους.

Οι γερμανικές εθνικιστικές ομάδες όπως το Reichshammerbund (μια αντισημιτική ομάδα του 1912) και οι Βαυαροί Freikorps (παραστρατιωτικοί που ήθελαν να ανατρέψουν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης) χρησιμοποίησαν τη σβάστικα ως σύμβολο της «πρόσφατα ανακαλυφθείσας» ταυτότητάς τους ως κυρίαρχη φυλή.

Λίγη σημασία είχε ότι παραδοσιακά σήμαινε καλή τύχη ή ότι βρισκόταν παντού, από μνημεία αφιερωμένα στην ελληνική θεά Άρτεμη μέχρι παραστάσεις του Βράχμα και του Βούδα και σε τοποθεσίες ιθαγενών Αμερικανών ή, ότι ουδείς ήταν στην πραγματικότητα βέβαιος για την προέλευσή του.

«Όταν ο Σλήμαν ανακάλυψε μοτίβα που έμοιαζαν με σβάστικα σε θραύσματα κεραμικής στην Τροία, θεωρήθηκε απόδειξη φυλετικής συνέχειας, μία απόδειξη ότι οι κάτοικοι του τόπου εκείνου ήταν ανέκαθεν Άριοι», γράφει ο ανθρωπολόγος Gwendolyn Leick.

«Η σύνδεση σβάστικας και ινδοευρωπαϊκής προέλευσης ήταν αδύνατο να απορριφθεί. Επέτρεψε την προβολή εθνικιστικών μηνυμάτων και συσχετισμών σε ένα παγκόσμιο σύμβολο, το οποίο ως εκ τούτου χρησίμευσε ως το διακριτικό όριο μεταξύ της μη-αρίας ή μάλλον της μη γερμανικής και της γερμανικής ταυτότητας ».

Καθώς η σβάστικα συνυφαινόταν όλο και περισσότερο με τον γερμανικό εθνικισμό, η επιρροή του Αδόλφου Χίτλερ μεγάλωνε, οπότε και υιοθέτησε τον αγκυλωτό σταυρό ως σύμβολο του ναζιστικού κόμματος το 1920.

«Τον προσέλκυσε επειδή χρησιμοποιούνταν ήδη από άλλες εθνικιστικές ομάδες» λέει ο Steven Heller, συγγραφέας των βιβλίων «Τhe Swastika: Symbol Beyond Redemption?» και «Iron Fists: Branding the 20th-Century Totalitarian State».

«Νομίζω επίσης, ότι κατάλαβε ενστικτωδώς ότι έπρεπε να υπάρχει ένα σύμβολο τόσο ισχυρό όσο το σφυρί και το δρεπάνι, που ήταν ο μεγάλος εχθρός του».

Για να εδραιώσει περαιτέρω τη σβάστικα ως σύμβολο της ναζιστικής εξουσίας, ο Γκέμπελες, (υπουργός προπαγάνδας του Χίτλερ) εξέδωσε διάταγμα στις 19 Μαΐου 1933 με το οποίο απαγόρευσε τη μη εξουσιοδοτημένη εμπορική χρήση του αγκυλωτού σταυρού.

Η σβάστικα συνδέθηκε επίσης με την προπαγανδιστική ταινία της Λένι Ρίφενσταλ «Triumph of the Will», γράφει ο ιστορικός Malcolm Quinn.

«Όταν ο Χίτλερ απουσιάζει... τη θέση του παίρνει η σβάστικα, η οποία, όπως και η εικόνα του Φύρερ, συμβολίζει το σημείο μετάβασης στη νέα προσωπική και εθνική ταυτότητα». Η συνέχεια είναι γνωστή - η σβάστικα μπήκε παντού, πάνω σε στολές, σημαίες και βέβαια, κυριάρχησε στις ναζιστικές συγκεντρώσεις και παρελάσεις.
Διαβάστε περισσότερα ...

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Η Ελένη Αρβελέρ διαλύει τους μύθους για την Αλωση

Η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ θυμάται παλαιότερα τους- ξένους φοιτητές της στη Σορβόννη να της στέλνουν συλλυπητήριο τηλεγράφημα κάθε 29η Μαΐου, την ίδια ώρα που τα περισσότερα Ελληνόπουλα αν τα ρωτούσες τι έγινε τη μέρα εκείνη δεν ήξεραν ακριβώς.

Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση αντιστράφηκε. Στην Ελλάδα έγινε, λίγο έως πολύ, μόδα να θυμόμαστε κάθε χρόνο τέτοια μέρα την Αλωση της Πόλης- μερικοί από κεκτημένη ταχύτητα ή άγνοια μιλούν για «εορτασμό», αντί για επέτειο, και να μην αρκούμαστε στον εορτασμό της έναρξης της Επανάστασης, κάθε 25 του Μαρτίου.

Μεγάλη η σημασία της Πόλης, θα πει κανείς, για τους Ελληνες. Σωστό. Οπότε και η συμβολική σημασία της Αλωσης είναι εξίσου μεγάλη. Εστω και αν η πολιορκία της από τους Οθωμανούς ήταν απλώς μία από τις πολλές, έστω και αν το κλίμα της εποχής ήταν τέτοιο, η κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τέτοια, που έκπληξη θα ήταν το να μην αλωθεί η Πόλη.

«Βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Η Πόλη είναι μια μικρή πόλη πια- έχει δεν έχει 70.000 κατοίκους, όταν άλλοτε είχε περάσει το μισό εκατομμύριο» αφηγείται στα «ΝΕΑ» η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, επιχειρώντας να βάλει για λογαριασμό μας τα πράγματα στη θέση τους, να καταγράψει αλήθειες και μύθους της Αλωσης έτσι όπως μόνο μία βυζαντινολόγος με τη δική της διαδρομή μπορεί να κάνει.

«Η Πόλη έχει αποδεκατιστεί από την πανώλη και τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων. Αλλά και από τις διαμάχες των Δυτικών, αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν στο λιμάνι της μέσα. Υπήρχε και μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες- όχι μόνο του Μυστρά που παρεμπιπτόντως έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου! Η κατάσταση ήταν μιας ανασφάλειας γενικής».

Ο διχασμός. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, «υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ενωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ενωση συμμαχούσαν και με τους Τούρκουςήταν οι λεγόμενες παρά φύσιν συμμαχίες. Οι υπέρμαχοι της Ενωσης διακήρυσσαν: “Οταν οι δύο Ρώμες ήταν ενωμένες διαφεντεύαμε τον κόσμο. Οταν διχάστηκαν, χάσαμε τα πρωτεία”. Με αυτή την έννοια η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά. Η ανθενωτική διαμάχη πήρε μάλιστα τεράστιες διαστάσεις μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φερράρας.

Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ενωσης, αλλά ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω», λέει χωρίς να μασάει τα λόγια της η ελληνίδα βυζαντινολόγος, η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης στα 700 χρόνια ιστορίας του μεγάλου γαλλικού πανεπιστημίου.

Και συνεχίζει: «Υπήρχε όμως ακόμη ένας παράγοντας παρακμής. Ηταν η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες. Ηδη από τον 6ο αιώνα υπήρχαν προφητείες, τότε ήταν όμως αισιόδοξες. Τώρα προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά.

Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη. Και στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου πολύ λίγα δωμάτια χρησιμοποιούνταν. Οπως λέει και ο Παλαμάς στον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”: “Και ήταν οι καιροί που η Πόλη/ πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε/ και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε/ και καρτέραγ΄ ένα μακελάρη (…) Και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει”».

«Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει πολύ νωρίτερα»

Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα. «Ο λόγος που δεν έγινε αυτό και ανάσανε για πενήντα χρόνια ήταν ότι ο Βαγιαζίτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων» λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους, ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων.

Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, έστω και αν τους δέχονταν εκεί με τιμές και δόξες. Κάτι που συνήθως οι Ελληνες δεν δέχονται είναι ότι ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες- τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια- του 1450, που ως ιντουλγκέντσιες Ιωβηλαίου ήταν πιο προσοδοφόρες, στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Αλλο αν αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού έδωσε τα χρήματα στους Αραγωνέζους που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς.

Πολλοί λένε ότι η Δύση δεν βοήθησε. Οταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε; Οι Βυζαντινοί ήταν όλη η Ανατολή. Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος- ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Αλωσητοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου.

Και επίσης: μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί έτρεμαν. Οταν ανέλαβε Πάπας ο Ενιο Σίβλιο Πικολομίνι, δηλαδή ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Αλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι, που είναι μάλιστα φανατικοί ανθενωτικοί, δεν γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Πέρασαν χρόνια για να αρχίσουν οι σλαβικοί θρήνοι. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα. “Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”, έλεγαν».

Η συμφωνία του σουλτάνου με τον Πατριάρχη

Το Ρούμελι Χισάρ, το κάστρο που έχτισε ο Μωάμεθ το 1452 για να ελέγχει το πέρασμα ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της πολιορκίας, λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Διούλκησε και τον στόλο περνώντας τα πλοία του στον Κεράτιο. Από την άλλη πλευρά, μόνο 3-4 πλοία γενοβέζικα πέρασαν και αυτά για να φέρουν τροφή στους πολιορκημένους». Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτή η αιτία της ήττας των Βυζαντινών. «Ο Μωάμεθ είχε μαζέψει Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους.

Απέναντι στους τουλάχιστον 100.000 άντρες του- μερικοί μιλούν για 120.000, άλλοι τους ανεβάζουν σε 200.000- αντιπαρατάσσονταν περίπου 4.500 άνθρωποι το πολύ, μαζί με τους ξένους. Και πολλοί ήταν παιδιά και γυναίκες που πολεμούσαν με αγκωνάρια. Μεγάλη ήταν η βοήθεια των Γενοβέζων, αλλά όταν σκοτώθηκε ο Τζουστινιάνι έχασαν το ηθικό τους και υποχώρησαν. Οσοι πολέμησαν, πάντως, πολέμησαν ηρωικά. Οταν ο Μωάμεθ έστειλε αποκρισάριο στον Παλαιολόγο ζητώντας του να παραδώσει την Πόλη, πήρε την απάντηση ότι η Πόλη δεν είναι δικό του πράγμα και πως “με τη δική μας θέληση αποφασίσαμε να πεθάνουμε”.

Ακόμη και ο περίφημος Νοταράς που είχε τρεις υπηκοότητες και όλη του την περιουσία στο εξωτερικό, και που είπε ότι είναι καλύτερο το τουρκικό καφτάνι από τη λατινική τιάρα, πολέμησε και εν τέλει εκτελέστηκε από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό του ηρωισμού είναι ότι όταν στην Πύλη του Ρωμανού οι Τούρκοι άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω και πέρασαν μέσα, έψαχναν τους αντίπαλους πολεμιστές και δεν πίστευαν ότι ήταν τόσοι λίγοι. Και πρέπει να πούμε και για τον Μωάμεθ, που συνηθίζουμε να τον ταυτίζουμε με τη βαρβαρότητα, ότι δεν ήταν βάρβαρος ή δεν ήταν μόνο βάρβαρος.

Ηταν από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές της Τουρκίας.Ηξερε τι ήθελε και πώς να το κάνει». Οσο για την Κερκόπορτα… «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αστεία πράγματα. Ηταν χιλιάδες έξω, τα καράβια τους στον Κεράτιο, οι Γενοβέζοι έφευγαν. Τι να πεις για την Κερκόπορτα; Σε συμβολικό επίπεδο μόνο μπορείς κάτι να πεις. Αλλά είναι σαν να λέμε ότι αντί να σκοτώνονταν τρεις Τούρκοι κατά την είσοδό τους στην Πόλη, θα σκοτώνονταν δέκα αν η πόρτα ήταν κλειστή. Και λοιπόν; Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν».

«Ο Μωάμεθ έδωσε το πατριαρχικό αξίωμα στον Γεννάδιο Σχολάριο, ορίζοντάς τον αμέσως αρχηγό του Μιλιέτ, δηλαδή όλων των ορθοδόξων. Κάπως έτσι ξέρουμε γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε», λέει δηκτικά η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Κάπως έτσι φτάσαμε και στα σημερινά βατοπεδινά βακούφια. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε αντίθεση με άλλες συμπεριφορές της πολιτείας, ότι όταν ο Μανουήλ Παλαιολόγος είναι στη Θεσσαλονίκη και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής, δημεύει όλα τα κτήματα του Αθω.

Και ότι ο Κομνηνός δημεύει όλη την εκκλησιαστική περιουσία για να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους». Την εποχή της Αλωσης, εξάλλου, υπήρχε έξαρση του μοναχισμού. «Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθω ήταν πρώτοι. Είναι πολλοί και δεν πολεμούν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν», σημειώνει η ελληνίδα βυζαντινολόγος.

Το άρθο δημοσιεύθηκε στα Νέα στις 29 Μαΐου του 2010

Του Μανώλη Πιμπλή
Διαβάστε περισσότερα ...

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ιησούς: Κοινωνικός επαναστάτης;

Αν για κάποιους οι συνθήκες της γέννησης του Ιησού, το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, η δράση και τα θαύματά του είναι ζητήματα αβέβαια, η αιτία του θανάτου του είναι πέρα από κάθε αμφιβολία.

Το μόνο που δεν αμφισβητείται για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ είναι ότι εκτελέστηκε από τους Ρωμαίους για τη στάση του εναντίον της κυβέρνησης, ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε ως επαναστάτης υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου.

Ήταν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, κοινωνικός επαναστάτης; Υπήρξε ένας σοσιαλιστής, συνήγορος των φτωχών; Ήταν μήπως ο ηγέτης των Ζηλωτών; Μήπως κάποιοι από τους μαθητές του όπως ο Σίμων ο Ζηλωτής και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ανήκαν στους Ζηλωτές, τους αντιστασιακούς και πολιτικούς επαναστάτες της εποχής εκείνης και τους ορκισμένους εχθρούς της Ρώμης; ‘Ήταν το κίνημα του Ιησού ένα πολιτικό επαναστατικό κίνημα;

Ήταν ένας τύπος σαν τον Σπάρτακο, τον Λένιν, τον Τσε Γκεβάρα, τον ιερέα Camιllο Τοrreς που πολέμησε για την απελευθέρωση της Κολομβίας, ή οποιοδήποτε άλλον μπορεί να φανταστεί κανείς από τους γνωστούς πολιτικούς επαναστάτες; Για πολλούς διανοητές διάφορων ιδεολογιών αλλά και Θρησκειολόγων η απάντηση είναι καταφατική.

Το ότι ο Ιησούς υπήρξε κοινωνικοπολιτικός επαναστάτης, υπήρξε η αγαπημένη θεωρία των άθεων και των μαρξιστών ιστορικών, αρχής γενομένης από τον Μαρξ και τον σοσιαλιστή Karl Kautsky, που στο βιβλίο του Η Γένεση του Χριστιανισμού (1908), προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Ιησούς υπήρξε ένας Μεσσίας επαναστάτης που ηγήθηκε ενός κομμουνιστικού κινήματος της Παλαιστίνης το οποίο απέτυχε, άποψη που επανέλαβε αργότερα και ο Έλληνας μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος στο έργο του Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός.

Πιο επιστημονικός και τεκμηριωμένος εμφανίζεται στα 1929, ο Robert Eisler, στο βιβλίο του Ιησούς βασιλεύς ου βασιλεύσεας, που παρουσιάζει τον Χριστιανισμό ως εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, και τον Ιησού ως εθνικό Μεσσία Επαναστάτη. Κάποιοι άλλοι είδαν τον Ιησού ως ζηλωτή επαναστάτη όπως τον είδε και ο Reimarus

Πιο πρόσφατα, είδαν το φως της δημοσιότητας εργασίες θεολόγων, που τονίζουν τη σημασία του κηρύγματος και της δράσης του Ιησού την οποία χαρακτηρίζουν «επαναστατική», δίνοντας έμφαση σε κάποια σημεία της διδασκαλίας του ή περιστατικά της ζωής του. Έτσι ο Γερμανός θεολόγος Jürgen Moltmann στη δεκαετία του 1970 μίλησε για έναν «Μεσσία της ελπίδας» και για τη «θεολογία της ελπίδας», ακολουθώντας τον φιλόσοφο Ernst Bloch που πιο πριν απ’ αυτόν, μίλησε για την«αρχή της ελπίδας», δίνοντας έμφαση στην μεταβολή του κόσμου δια του επαναστατικού μηνύματος του Χριστιανισμού.

Κάποιοι άλλοι μίλησαν για μια «θεολογία της απελευθέρωσης» (theology of liberation), ιδιαίτερα στους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Εφόσον ο Ιησούς υπήρξε ο κατεξοχήν απελευθερωτής του ανθρώπου, δεν δίστασε, κατά την άποψή τους, να καταφύγει και στη βία, π.χ. αναποδογυρίζοντας τις τράπεζες των αργυραμοιβών στο ναό.

Ο Samuel George Frederick Brandon (1907-1971) ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Leeds. Από το 1951, ήταν Καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Χειροτονήθηκε το 1932 μετά από εκπαίδευση σε Αγγλικανική Mirfield, και στη συνέχεια έκανε επτά χρόνια ως ιερέας έως την εγγραφή του ως εφημέριος του στρατού στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτό ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα το 1951.

Όπως διαβάζουμε στο history today μία από τις πιο διάσημες θεωρίες του, η οποία δημιούργησε συζητήσεις μεταξύ μελετητών, ήταν η προσπάθειά του να αποδείξει ότι ο Ιησούς ήταν ο πολιτικός ηγέτης της εβραϊκής επανάστασης με ισχυρή επιρροή του κινήματος των Ζηλωτών. Αυτό, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο μιας και παρουσιάζει τον Ιησού ως πολιτικό ακτιβιστή.

Αν για κάποιους οι συνθήκες της γέννησης του Ιησού, το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, η δράση και τα θαύματά του είναι ζητήματα αβέβαια, η αιτία του θανάτου του είναι πέρα από κάθε αμφιβολία. Το μόνο που δεν αμφισβητείται για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ είναι ότι εκτελέστηκε από τους Ρωμαίους για τη στάση του εναντίον της κυβέρνησης, ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε ως επαναστάτης υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου.

Ήταν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, κοινωνικός επαναστάτης; Υπήρξε ένας σοσιαλιστής, συνήγορος των φτωχών; Ήταν μήπως ο ηγέτης των Ζηλωτών; Μήπως κάποιοι από τους μαθητές του όπως ο Σίμων ο Ζηλωτής και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ανήκαν στους Ζηλωτές, τους αντιστασιακούς και πολιτικούς επαναστάτες της εποχής εκείνης και τους ορκισμένους εχθρούς της Ρώμης;

Ήταν το κίνημα του Ιησού ένα πολιτικό επαναστατικό κίνημα; Ήταν ένας τύπος σαν τον Σπάρτακο, τον Λένιν, τον Τσε Γκεβάρα, τον ιερέα Camιllο Τοrreς που πολέμησε για την απελευθέρωση της Κολομβίας, ή οποιοδήποτε άλλον μπορεί να φανταστεί κανείς από τους γνωστούς πολιτικούς επαναστάτες; Για πολλούς διανοητές διάφορων ιδεολογιών αλλά και Θρησκειολόγων η απάντηση είναι καταφατική.

Το ότι ο Ιησούς υπήρξε κοινωνικοπολιτικός επαναστάτης, υπήρξε η αγαπημένη θεωρία των άθεων και των μαρξιστών ιστορικών, αρχής γενομένης από τον Μαρξ και τον σοσιαλιστή Karl Kautsky, που στο βιβλίο του Η Γένεση του Χριστιανισμού (1908), προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Ιησούς υπήρξε ένας Μεσσίας επαναστάτης που ηγήθηκε ενός κομμουνιστικού κινήματος της Παλαιστίνης το οποίο απέτυχε, άποψη που επανέλαβε αργότερα και ο Έλληνας μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος στο έργο του Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός.

Πιο επιστημονικός και τεκμηριωμένος εμφανίζεται στα 1929, ο Robert Eisler, στο βιβλίο του Ιησούς βασιλεύς ου βασιλεύσεας, που παρουσιάζει τον Χριστιανισμό ως εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, και τον Ιησού ως εθνικό Μεσσία Επαναστάτη.Κάποιοι άλλοι είδαν τον Ιησού ως ζηλωτή επαναστάτη όπως τον είδε και ο Reimarus

Πιο πρόσφατα, είδαν το φως της δημοσιότητας εργασίες θεολόγων, που τονίζουν τη σημασία του κηρύγματος και της δράσης του Ιησού την οποία χαρακτηρίζουν «επαναστατική», δίνοντας έμφαση σε κάποια σημεία της διδασκαλίας του ή περιστατικά της ζωής του. Έτσι ο Γερμανός θεολόγος Jürgen Moltmann στη δεκαετία του 1970 μίλησε για έναν «Μεσσία της ελπίδας» και για τη «θεολογία της ελπίδας», ακολουθώντας τον φιλόσοφο Ernst Bloch που πιο πριν απ’ αυτόν, μίλησε για την«αρχή της ελπίδας», δίνοντας έμφαση στην μεταβολή του κόσμου δια του επαναστατικού μηνύματος του Χριστιανισμού.

Κάποιοι άλλοι μίλησαν για μια «θεολογία της απελευθέρωσης» (theology of liberation), ιδιαίτερα στους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Εφόσον ο Ιησούς υπήρξε ο κατεξοχήν απελευθερωτής του ανθρώπου, δεν δίστασε, κατά την άποψή τους, να καταφύγει και στη βία, π.χ. αναποδογυρίζοντας τις τράπεζες των αργυραμοιβών στο ναό.

Ο Samuel George Frederick Brandon (1907-1971) ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Leeds. Από το 1951, ήταν Καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Χειροτονήθηκε το 1932 μετά από εκπαίδευση σε Αγγλικανική Mirfield, και στη συνέχεια έκανε επτά χρόνια ως ιερέας έως την εγγραφή του ως εφημέριος του στρατού στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτό ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα το 1951.

Όπως διαβάζουμε στο history today μία από τις πιο διάσημες θεωρίες του, η οποία δημιούργησε συζητήσεις μεταξύ μελετητών, ήταν η προσπάθειά του να αποδείξει ότι ο Ιησούς ήταν ο πολιτικός ηγέτης της εβραϊκής επανάστασης με ισχυρή επιρροή του κινήματος των Ζηλωτών. Αυτό, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο μιας και παρουσιάζει τον Ιησού ως πολιτικό ακτιβιστή.

Η άποψη κάποιων από αυτών των ερευνητών, είναι ότι ο Ιησούς και μερικοί αν όχι όλοι από τους μαθητές του, ανήκαν στις τάξεις των Ζηλωτών, των Ιουδαίων επαναστατών δηλαδή, της εποχής εκείνης, που απέβλεπαν σε πολίτικη, κοινωνική και θρησκευτική απελευθέρωση της Ιουδαίας από τη Ρώμη με ένοπλο αγώνα.

Οι παραπάνω ερευνητές απαντούν στο ερώτημα περί Ιησού ως πολιτικού ακτιβιστή-επαναστάτη καταφατικά, και προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα που αντλούν μέσα από τα Ευαγγέλια.

Οι οπαδοί της θεωρίας του Ιησού Ζηλωτή–επαναστάτη, επιμένουν ότι υπάρχουν και άλλα επιχειρήματα υπέρ της άποψής τους, και προσάγουν τα επόμενα λόγια του Ιησού:

«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην… Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν…»(Ματθ. 10:34–36).

Το επιχείρημα που αντλείται από το χωρίο αυτό, είναι, ότι, ο Ιησούς ήταν αποφασισμένος να καταφύγει στην βία όπως έκαναν και οι Ζηλωτές.

Κάποιοι, είδαν μια δικαίωση της θέσης τους για Ιησού πολιτικό επαναστάτη, στην γνωστή εκδίωξη των αργυραμοιβών από τον ναό και την ανατροπή των τραπεζών τους από τον Ιησού, επεισόδιο που έγινε λίγο προ του σταυρικού του θανάτου.

Η αλήθεια είναι ότι στα Ευαγγέλια, ο Πιλάτος εμφανίζεται ως αναποφάσιστος διοικητής που υπέκυψε στις πιέσεις των Αρχιερέων και καταδίκασε τον Ιησού, χωρίς να έχει πειστεί για την ενοχή του. Μάλιστα, πριν ανακοινώσει την απόφαση του, ο Πιλάτος «ένιψε τας χείρας του», ορίζοντας ως μοναδικούς υπεύθυνους τους Αρχιερείς. Αυτή ήταν μια εβραϊκή συνήθεια που δήλωνε την αποποίηση των ευθυνών....

Ο Γάλλος θρησκειολόγος Έρνεστ Ρενάν, δέχεται πως τα ιερά κείμενα αποδίδουν, μέσες άκρες, την πραγματικότητα. Αντίθετα άλλοι φρονούν, ότι παραποιούν την αλήθεια για να καλοπιάσουν την Ρωμαϊκή εξουσία. Κατά την γνώμη του Brandon, τα Ευαγγέλια και ιδιαίτερα τα κατά Ματθαίο γράφτηκαν λίγο μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ (71 μ.Χ.). Οι συγγραφείς τους, έπρεπε να αποφύγουν τον κίνδυνο, να χαρακτηρισθούν οι οπαδοί του Ναζωραίου, συνένοχοι των νικημένων. Τα στρίψανε έτσι ώστε να αμβλύνουν τις αντικαθεστωτικές αιχμές τους.

Ο ιστορικός, ο οποίος προσπαθεί να καταλάβει τι πραγματικά συνέβη εκείνη την πρώτη Μεγάλη Παρασκευή, φαίνεται ότι αμέσως διαπιστώνει ότι οι εβραϊκές αρχές συνέλαβαν τον Ιησού, επειδή τον θεωρούσαν ως απειλή για την ειρήνη και την ευημερία του εβραϊκού κράτους, για την οποία ήταν υπεύθυνη για τους Ρωμαίους.

Μετά ανακρίνουν τον Ιησού, τον παραδίδουν στον Πόντιο Πιλάτο, κατηγορώντας τον ως ανατρεπτικό με βάση τη διδασκαλία και τη δράση του. Ο Πιλάτος αποδέχθηκε εν τέλει τη δράση του Ιησού και διέταξε τη σταύρωσή του.

Και τα τέσσερα Ευαγγέλια (Κατά Ματθαίο, κατά Μάρκο, κατά Ιωάννη και κατά Λουκά) αναφέρουν ότι ο Πιλάτος, κατάλαβε αμέσως πως ο κατηγορούμενος είναι αθώος. Προσπάθησε να τον βοηθήσει. Προσέκρουσε όμως στην μοχθηρία των Εβραίων. Είδε πως δεν γίνεται τίποτα. Φοβήθηκε στάση. Θέλοντας και μη, επικύρωσε την άδικη καταδίκη. Σύμφωνα μάλιστα με το κατά Ματθαίο, η σύζυγός του, του παράγγειλε να μην τον θανατώσει.

Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη στους Χριστιανικούς κύκλους ο Ιησούς από την Ναζαρέτ δεν υπήρξε ένας πολιτικός. Παρά τον τίτλο του ως «υιού του Δαυίδ», ο οποίος εξάλλου ποτέ δεν διατυπώθηκε από τα χείλη του, ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε για την πολιτική, τουλάχιστον με τη σύγχρονη σημασία της λέξης, αν και, μιλώντας γενικά, κάθε δημόσια άποψη καταλήγει να έχει φυσικά μια επίπτωση στο επίπεδο οποιασδήποτε πόλης ή κοινότητας.

Επιπλέον, ο Χριστός δεν είχε ποτέ συναναστροφές με τους ισχυρούς ανθρώπους της χώρας του. Αναμφισβήτητα, η εξουσία του δεν ήταν εδραιωμένη πάνω σε διεκδικήσεις ούτε γενεαλογικές, ούτε θεσμικές, αλλά αντιθέτως έγκειτο σε μια κοινώς λεγόμενη «χαρισματική αυθεντία», σύμφωνα με την θεωρία που διατύπωσε και ανέπτυξε ο Max Weber.

Κατά την άποψη αυτή, αυτό που μερικοί συγγραφείς υποστήριξαν στη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα σχετικά με έναν ζηλωτή ή επαναστάτη Ιησού ανήκει πλέον στο παρελθόν της έρευνας γύρω από τις χριστιανικές απαρχές. Ακόμα και το γεγονός στην Ιερουσαλήμ στο χώρο του Ναού δεν είχε καμία πρόθεση ζηλωτισμού, έστω και αν ήταν και έπρεπε να εμφανιστεί ως μια σφοδρή πολεμική χειρονομία έναντι του θεσμικού ιερατείου.

Η τυπολογία των δημοσίων παρεμβάσεων του είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη των διαφόρων ανταρτών, οι οποίοι εμφανίστηκαν στην Παλαιστίνη από τα χρόνια της βασιλείας του Ηρώδη του Μεγάλου μέχρι και το 50ο έτος του πρώτου αιώνα, για τους οποίους μας πληροφορεί ο Φλάβιος Ιώσηπος, και οι οποίοι απαιτούσαν κυριολεκτικά την βασιλεία ασκώντας βιαιοπραγίες.

Η δική του επανάσταση ήταν μια επανάσταση αξιών, και το ρητό που διαβάζουμε στο κατά Λουκάν 16,16 (« Ο νόμος και οι προφήτες μέχρι του Ιωάννου του Βαπτιστού διαπαιδαγώγησαν τους ανθρώπους· και τώρα έχουν παραχωρήσει την θέση τους στην εποχήν της χάριτος. Διότι από τον καιρόν του Ιωάννου του Βαπτιστού κηρύσσεται φανερά και όχι συγκεκαλυμμένα η χαρμόσυνη αγγελία της Βασιλείας του Θεού.

Και καθένας, που ποθεί την σωτηρίαν του, βιάζει τον εαυτόν [βιάζεται = ασκεί βία] του για να εισαχθεί σε αυτήν») μπορεί να ερμηνευθεί, είτε με την έννοια ότι οι βίαιοι άνθρωποι είναι τώρα οι τελώνες και οι αμαρτωλοί, όχι ως σφετεριστές, αλλά ως αποδεκτοί στη Βασιλεία αν και γενικά δεν θεωρούνται άξιοι γι’ αυτό, είτε με την έννοια πως οι αυτοί που ασκούν πραγματική βία μεταφορικά είναι ο ίδιος ο Ιησούς και οι μαθητές του, εφόσον ανατρέπουν το αξιακό τρίπτυχο της δύναμης, του πλούτου και της διδασκαλίας, τις οποίες γενικά οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν ως εργαλεία κυριαρχίας.

Για τους Θεολόγους που «βλέπουν» στον Ιησού μόνο τον απεσταλμένου από τον Θεό εσχατολογικό προφήτη, ο Ιησούς, έπειτα από την πρώτη δίκη που ασκήθηκε εναντίον του από τις εβραϊκές αρχές με την κατηγορία για βλασφημία, παραπέμφθηκε στην τοπική ρωμαϊκή αρχή, η οποία αιτιολόγησε την τελευταία καταδικαστική απόφαση με μια κατηγορία πολιτικής υφής, δηλαδή αυτή του «βασιλιά των Ιουδαίων» και συνεκδοχικά του σφετεριστή της εξουσίας του Καίσαρα. Έτσι εκλάπη κυριολεκτικά η πραγματική του ταυτότητα, του Υιού του Θεού.

Σε χειρόγραφο της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, που μνημονεύει και ο Αθανάσιος Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την Άλωσιν» (1453-1789), αναγράφεται ότι στην Ακυληία της Ιταλίας βρέθηκε γραπτό κείμενο της καταδικαστικής απόφασης του ηγεμόνα της Ιερουσαλήμ κατά του Ιησού.


Σύμφωνα με την απόφαση, ο Χριστός, ύστερα από επίμονη απαίτηση του Ιουδαϊκού Συνεδρίου, καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο.

Στο κείμενο της απόφασης αναγράφονται στην αρχή στοιχεία που προσδιορίζουν τον χρόνο της έκδοσής της. Αναφέρεται έπειτα σε συγκεκριμένα ονόματα των κρατούντων τον καιρό εκείνο.

Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης εισέρχεται στο ουσιαστικό μέρος, που «κρίνει και καταψηφίζει» τον Χριστό «εις θάνατον». Τον χαρακτηρίζει ως επαναστάτη, ταραχοποιό, «άνθρωπον στασιώδη» εναντίον του μωσαϊκού νόμου και εναντίον του αυτοκράτορα Τιβέριου.

Καθορίζει τη θανάτωσή Του διά σταυρώσεως με καρφιά. Δικαιολογεί την απόφαση αυτή με κατηγορίες κατά του Χριστού ότι τάχα προκαλούσε εξέγερση όχλου, πολλών πλουσίων και φτωχών στην Ιουδαία και κυρίως διότι εμφανιζόταν ως Υιός του Θεού και βασιλεύς του Ισραήλ. Επισημαίνει ακόμη, ως τόλμημα τη θριαμβευτική είσοδο και υποδοχή Του στα Ιεροσόλυμα, από πλήθος λαού, που τον επευφημεί ως άρχοντα νόμιμης εξουσίας.

Δίνει επίσης εντολές για τη μαστίγωσή Του και τον εμπαιγμό Του, όπως να του φορέσουν πορφύρα, να τον στεφανώσουν με ακάνθινο στεφάνι και τέλος, να τον οδηγήσουν στον Γολγοθά προς τον οποίο θα πορεύεται κουβαλώντας ο ίδιος τον Σταυρό του μαρτυρικού θανάτου Του.
Διαβάστε περισσότερα ...

Facebook